φρονιμότητα

φρονιμότητα
η
φρόνηση, σύνεση, φρονιμάδα, χρηστά ήθη.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • φρονιμότητα — η / φρονιμότης, ητος, ΝΜΑ [φρόνιμος] φρονιμάδα …   Dictionary of Greek

  • φρονιμότητα — φρονιμότης fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φρονιμάδα — η 1. φρόνηση, φρονιμότητα, σωφροσύνη: Βασιλιάς μεφρονιμάδα. 2. σοβαρότητα του χαρακτήρα: Κι η φρονιμάδα σου άτοπη χωρίς καιρό (Γ. Βιζυηνός). 3. χρηστότητα, χρηστοήθεια, αγνότητα ηθών: Όλοι έχουν να λένε για τη φρονιμάδα του κοριτσιού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”